Shame - Songs Of Praise

Οι Shame έρχονται με φόρα από το Λονδίνο για να βάλουν φαρδιά πλατιά την υπογραφή στην νέα κιθαριστική σκηνή που δημιουργείται στη Βρετανία. Για την ακρίβεια έχουν όλα τα φόντα για να ηγηθούν αυτής της σκηνής και η πρώτη τους δισκογραφική απόδειξη είναι το φετινό ''Songs Of Praise''. Ενώ οι περισσότερες σύγχρονες τους μπάντες εστιάζουν σε μία συγκεκριμένη ηχητική κατεύθυνση, οι Shame είναι πολυσυλλεκτικοί, με επιρροές και αναφορές σε διάφορα είδη και στυλ του Βρετανικού indie. Το post punk το χρησιμοποιούν ως βάση, αλλά καταφέρνουν να ενσωματώσουν στον ήχο τους τις εναλλακτικές κιθάρες των Pixies, το indie groove των Inspiral Carpets, την βρετανική φλεγματικότητα των Art Brut, ψήγματα Sonic Youth-ικού θορύβου, το σταριλίκι του Jarvis Cocker και κάτι από την υπερφιλοδοξία των αδελφών Gallagher. Αυτό όμως που καταφέρνουν είναι να αποτυπώσουν πως είναι να είσαι νεαρός και να ζεις στο Λονδίνο. Έφτιαξαν έναν δίσκο που πρωτίστως απευθύνεται στους ομοίους τους. Κατά κάποιο τρόπο το ''Songs Of Praise'' είναι το δικό τους ''Parklife''. Εκεί που το αριστούργημα των Blur αποτύπωνε το πως νιώθει ένας νέος βρετανός λίγο πριν την αλλαγή της χιλιετίας, έχοντας απαλλαγεί ήδη από τον Θατσερισμό και με τα καλύτερα να έρχονται, έτσι λειτουργεί και το ''Songs Of Praise'' για την νέα γενιά. Μόνο που στην εποχή των Shame το μέλλον είναι θολό και τα χρώματα σκοτεινά και σε αντίθεση με την αισιοδοξία του ''Parklife''.

Ο τραγουδιστής Charlie Steen είναι η απαραίτητη περσόνα για τους Shame, για να καταφέρουν να ξεχωρίσουν από τον τεράστιο όγκο κιθαριστικών συγκροτημάτων. Η στιχουργική του αποτελείται από τη θεματολογία που απασχολεί τον μέσο λευκό Άγγλο. Αρκετή οργή, η αναζήτηση χώρου έκφρασης, το σεξ και οι σχέσεις γενικότερα. Μπορεί να μην έχει κάποια τεχνικά άρτια φωνή, είναι όμως αρκούντως λειτουργική για να εξαπολύει τα μανιφέστα των Shame. Επίσης στις συνεντεύξεις του έχει φροντίσει να καταδείξει ότι είναι άξιος συνεχιστής μιας μακράς παράδοσης που έχουν δημιουργήσει Άγγλοι frontmen. Στο εναρκτήριο ''Dust On Trial'' με τα αλά Sonic Youth riffs, ασχολούνται με την έλειψη επικοινωνίας στις ερωτικές σχέσεις και ο Steen χαρακτηριστικά αναφέρει ''And what's the point of talking if all your words have been said when a world can crumble and the soil leaks red a land of pure confusion known only to the wise''. Στο pop punk ''Concrete'' αντλούν έμπνευση από τους Buzzcocks και ο Steen με τεράστια αυτοπεποίθηση είναι σίγουρος ότι μπορεί να ακουστεί ακόμα και αν η φωνή του χρειάζεται να περάσει μέσα από τοίχους μπετόν έως ότου φτάσει στον αποδέκτη της. Το ''One Rizla'' είναι το single που χρειάζονταν για να ακουστούν από περισσότερα αυτιά και τα pop hooks που διαθέτει είναι τα κατάλληλα για αυτόν τον σκοπό. Κατά κάποιο τρόπο είναι το δικό τους ''Supersonic'', που με την πυρηνοκίνητη δυναμική του θα αλώσει κάθε εμπόδιο στο διάβα του. Στο ''The Lick'' απαγγέλνουν, φτύνοντας χολή, τους στίχους τους και θυμίζουν αρκετά τους συνομήλικους Fat White Family, ενώ στο ''Tasteless'' βγαίνει η πιο post punk εκδοχή τους. Το ''Donk'' είναι σκοτεινό και ταυτόχρονα οργισμένο, ενώ στο ''Friction'' ενώνουν το πρώιμο groove των Happy Mondays με τα εθιστικά ρεφρέν των House Of Love, έχοντας ακόμα ένα δυνητικό single προς μαζική κατανάλωση. Στο ''Gold Hole'', που είναι ακόμα μία ονομασία του γυναικείου γεννητικού οργάνου - αυτού που κινεί γη και ουρανό από καταβολής του κόσμου, καταπιάνονται με το θέμα της σχέσης ενός μαγαλύτερου άνδρα με μία νεαρή γυναίκα. Τα διαμάντια, οι πέρλες και οι Louis Vuitton είναι το εφαλτήριο της σχέσης και η δική της αμοιβή, αλλά και αυτός νιώθει εξίσου πλούσιος όταν κατεβάζει την γλώσσα του στην gold hole της. Αυτά τουλάχιστον ισχυρίζονται οι Shame και θυμίζουν την λογική των Art Brut του Eddie Argos και τις δικές του ανησυχίες. Το ''Lampoon'' είναι ακόμα ένας pop punk δυναμίτης, ενώ για το τέλος έχουν κρατήσει το ''Angie'' στο οποίο δείχνουν την πιο ευαίσθητη πλευρά τους και αναφέρονται σε μία κοπέλα που αυτοκτόνησε.

Το ''Songs Of Praise'' είναι ένας δίσκος με punk δυναμική αλλά και ποπ λογική. Αυτό το τελευταίο είναι που δίνει extra credits στους Shame και τους καθιστά από τις μεγάλες ελπίδες της Βρετανικής μουσικής σκηνής. N.M.E. δεν υπάρχει πλέον (με το εκτόπισμα που είχε παλιότερα) για να τους αποθεώσει, αυτό θα το αναλάβει πλέον το διαδίκτυο. Αυτοί το καθήκον τους το έκαναν. Όρθωσαν τη φωνή τους τόσο δυνατά που ακούγεται και πίσω από τόνους τσιμέντου. Τώρα ήρθε η σειρά του κοινού να τους ακούσει και να τους ξεχωρίσει από την μετριότητα που συναντάμε καθημερινά σερφάροντας σε πλατφόρμες που περιέχουν μουσική.

Twitter icon
Facebook icon
Google icon
StumbleUpon icon